Πυθαγόρας Ι (ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ)
Ψηφιακή διαχείριση ανασκαφικών δεδομένων: η πρωτοβυζαντινή βασιλική Α΄ της Ιτάνου
2. Ερευνητική ομάδα /Συνεργαζόμενα Ιδρύματα
3. Πρωτοβυζαντινή Ίτανος
4. Ψηφιακή διαχείριση ανασκαφικής πληροφορίας: οι βάσεις δεδομένων
5. Βασιλική Α΄: η αρχιτεκτονική
6. Βασιλική Α΄: η κεραμική
7. Βιβλιογραφία
1. Γενικές πληροφορίες
Η πρωτοβυζαντινή βασιλική Α΄ της Ιτάνου είναι ένα από τα σημαντικότερα πρωτοβυζαντινά μνημεία της Κρήτης και σίγουρα το καλύτερα σωζόμενο μνημείο αυτής της περιόδου στο νομό Λασιθίου. Η βασιλική, ανεσκαμμένη εν μέρει ήδη τον περασμένο αιώνα, αποτέλεσε το αντικείμενο συστηματικών αρχαιολογικών ερευνών από το 1994 έως το 1998. Η ψηφιακή επεξεργασία και μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων που προέκυψαν από τις πρόσφατες ανασκαφές εντάχθηκαν σε ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Κρήτης, το οποίο αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του έργου ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ Ι (ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ). Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε κατά 75% από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και κατά 25% από εθνικούς πόρους.
Η δημιουργία ενός εργαλείου διαχείρισης ανασκαφικών δεδομένων προσαρμοσμένου στις εξειδικευμένες ανάγκες της ανασκαφής μιας πρωτοβυζαντινής θέσης, αποτέλεσε τη βασική επιδίωξη του προγράμματος. Η ανασύνθεση της πρωτογενούς ανασκαφικής πληροφορίας μέσω των εφαρμογών που υλοποιήθηκαν οδήγησε στην τελική μελέτη της αρχιτεκτονικής ιστορίας της βασιλικής Α΄ και των κεραμικών ευρημάτων.
2. Ερευνητική ομάδα /Συνεργαζόμενα Ιδρύματα
Ερευνητική ομάδα
Καθ. Θανάσης Καλπαξής (επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος)
Χριστίνα Τσιγωνάκη (μεταδιδάκτορας-ερευνήτρια)
Νίκος Ρουμελιώτης (ερευνητής)
Νίκη Σπανού (ερευνήτρια)
Λένα Κοκκινάκη (ερευνήτρια)
Η υλοποίηση του προγράμματος πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τα ιδρύματα :
Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (Απόστολος Σαρρής)
Université de Paris I – Panthèon-Sorbonne : Institut d’Art et d’Archéologie (Alain Schnapp, Nadia Coutsinas)
3. Πρωτοβυζαντινή Ίτανος
Οι αρχαιότητες στην απομονωμένη παραθαλάσσια θέση Ερημούπολη, ανατολικά της μονής Τοπλού και νότια του ακρωτηρίου Σίδερο, το αρχαίο ακρωτήριο Σαμώνιον, ήταν γνωστές στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα (εικ. 1). Τα αρχαία ερείπια του κόλπου της Ερημούπολης ταυτίστηκαν για πρώτη φορά με την αρχαία πόλη-κράτος της Ιτάνου από τον Fr. Halbherr το 1891. Η ταύτιση έγινε δυνατή χάρη σε μεγάλο αριθμό επιγραφών που βρέθηκαν είτε in situ, είτε στη γειτονική μονή Τοπλού. Η ιστορία της Ιτάνου έχει γραφτεί κυρίως με βάση τα σημαντικά αυτά επιγραφικά κείμενα, τα οποία τεκμηριώνουν την ακμή της πόλης κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.
Η ευημερία της σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην προνομιακή γεωγραφική της θέση στο βορειοανατολικό άκρο της Κρήτης. Από το σημείο αυτό περνούσαν δύο σημαντικοί ναυτικοί δρόμοι μεγάλων αποστάσεων : ο δρόμος από τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κάσο και αυτός για την Αίγυπτο.
Παρά την αδιαμφισβήτητα σημαντική γεωγραφική θέση της, δεν υπάρχει καμία μνεία για την Ίτανο στις ιστορικές πηγές της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Ο οικισμός δεν αναφέρεται σε πηγές που σχετίζονται με την κρατική ή την εκκλησιαστική διοίκηση αλλά ούτε και σε χάρτες ή γεωγραφικά έργα. Ωστόσο η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει χριστιανικούς ναούς και κατοικίες που μαρτυρούν ότι ο παραθαλλάσιος αυτός οικισμός συνεχίζει να ευημερεί μέχρι και τα μέσα του 7ου αιώνα, όποτε και εγκαταλείπεται.
Ο πρωτοβυζαντινός οικισμός, κτισμένος γύρω από τον κόλπο της Ερημούπολης, εκτείνεται ανάμεσα και πάνω σε δύο χαμηλούς λόφους, την «ανατολική και δυτική ακρόπολη» αντίστοιχα (εικ. 2). Δύο τρίκλιτες βασιλικές, η βασιλική Α΄ (εικ. 3) και η βασιλική Β΄ (εικ. 4) και ένα κτήριο μάλλον περίκεντρο στην κάτοψη είναι τα τρία εκκλησιαστικά κτήρια που ανακάλυψε ο γάλλος αρχαιολόγος J. Demargne στις πρώτες ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στην Ίτανο το 1900. Εξάλλου, οι ανασκαφές του 1950 από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή έφεραν στο φως τμήμα του οικισμού ανάμεσα στις δύο «ακροπόλεις». Νέα δεδομένα για την πρωτοβυζαντινή Ίτανο προέκυψαν από το ερευνητικό πρόγραμμα της Αρχαίας Ιτάνου της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής και του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (Ι.Τ.Ε.) το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη από το 1994 έως σήμερα. Στόχος του προγράμματος είναι η δημοσίευση των παλαιών γαλλικών ανασκαφών και η μελέτη της τοπογραφίας της πόλης διαχρονικά. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κρίθηκε απαραίτητη η συμπληρωματική έρευνα και ανασκαφή στη βασιλική Α΄.
4. Ψηφιακή διαχείριση ανασκαφικής πληροφορίας : οι βάσεις δεδομένων
Στις πρόσφατες ανασκαφές της Ιτάνου εφαρμόστηκε η ανασκαφική μέθοδος της Lattes, προϊστορικής θέσης στη Νότια Γαλλία, όπου τα τελευταία τριάντα χρόνια διενεργούνται ανασκαφές υπό την διεύθυνση του Μ. Py (C.N.R.S.). Προϊόν της ερευνητικής ομάδας της Lattes είναι η εφαρμογή Syslat, μια βάση δεδομένων καταγραφής και διαχείρισης ανασκαφικών πληροφοριών (βλ. www.lattara.net). Στο πλαίσιο του προγράμματος Πυθαγόρας, τα περιγραφικά εργαλεία που προσφέρει η εφαρμογή Syslat προσαρμόστηκαν και εξειδικεύθηκαν με στόχο τη δημιουργία μικρότερων εφαρμογών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της διαχείρισης των ανασκαφικών δεδομένων από μία πρωτοβυζαντινή θέση.
α) Για τη μελέτη των ανασκαφικών δεδομένων, της αρχιτεκτονικής και της κεραμικής της βασιλικής Α΄ υλοποιήθηκαν δύο βασικές εφαρμογές, η «Ίτανος_Βασιλική Α΄» και «Ίτανος_Κεραμική», στο πρόγραμμα Microsoft Office Access.
Στην εφαρμογή «Ίτανος_Βασιλική Α΄» οι τρεις κύριες οντότητες, η στρωματογραφική ομάδα, η κατασκευαστική ενότητα και η αρχιτεκτονική δομή, επιτρέπουν τη λεπτομερή καταγραφή και διασύνδεση των ανασκαφικών δεδομένων ακολουθώντας την πορεία της ανασκαφικής διαδικασίας από το ειδικό στο γενικό. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν ερωτήματα για την αναζήτηση και τη συνδυαστική ανάκληση των δεδομένων με κριτήρια το χρόνο, το χώρο και τις ενέργειες που αποτυπώνονται σ’αυτόν. Ερωτήματα χρησιμοποιήθηκαν και για την εύκολη και γρήγορη εισαγωγή στοιχείων, καθώς και για τη σύνταξη εξειδικευμένων εκθέσεων (εικ. 5).
Στην εφαρμογή «Βασιλική Α΄_Κεραμική» υλοποιήθηκαν τρεις βασικές οντότητες : η οντότητα όστρακα στην οποία καταγράφονται όλα τα διαγνωστικά θραύσματα αγγείων, η οντότητα κεραμικές ομάδες, όπου καταγράφονται πληροφορίες που αφορούν το σύνολο των οστράκων της ίδιας στρωματογραφικής ομάδας και η οντότητα τυπολογία όπου δηλώνονται οι ταξινομικές ομάδες στις οποίες κατατάσσονται τα όστρακα ανάλογα με το σχήμα ή/και το διάκοσμο που φέρουν (εικ. 6).
β) Οι κατασκευαστικές ενότητες της βασιλικής καταγράφηκαν στην γεωγραφική βάση δεδομένων ArcGIS 9. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε διακρίνεται στα παρακάτω στάδια: α) εισαγωγή τοπογραφικών σχεδίων και τοπογραφικών χαρτών της βασιλικής στο γεωγραφικό πληροφοριακό σύστημα β) γεωαναφορά αυτών σύμφωνα με το Ελληνικό Γαιωδετικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ 87 γ) δημιουργία θεματικών ενοτήτων και βάσεων δεδομένων δ) ψηφιοποίηση των κατασκευαστικών ενοτήτων και χαρακτηρισμός αυτών. Η εφαρμογή που προέκυψε είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής του μνημείου, η οποία επιτρέπει την οπτικοποίηση των διαφορετικών κατασκευαστικών φάσεών του ή των υποθέσεων εργασίας, οι οποίες διορθώνονται και τροποποιούνται εύκολα (εικ. 7).
5. Βασιλική Α΄ : η αρχιτεκτονική
Η βασιλική Α΄ της Ιτάνου καταλαμβάνει περίοπτη θέση στον πρωτοβυζαντινό οικισμό, στους πρόποδες της ανατολικής ακρόπολης (εικ. 8). To γεγονός αυτό, καθώς και το ότι αποτέλεσε το χώρο ανεύρεσης των περισσοτέρων επιγραφών είχαν οδηγήσει στην υπόθεση ότι η εκκλησία ήταν κτισμένη πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού της Αθηνάς Πολιάδος. Οι ανασκαφές του Joseph Demargne το 1900, δεν επιβεβαίωσαν την υπόθεση αυτή. Από τότε μέχρι σήμερα το μνημείο δεν αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Οι υπάρχουσες δημοσιευμένες κατόψεις του μνημείου από τους Ι. Sanders, Klaus Gallas-Klaus Wessel-Manolis Borboudakis και S. Curuni, έκαναν γνωστό το μνημείο στην επιστημονική κοινότητα, αναπαράγουν ωστόσο μικρότερα ή μεγαλύτερα λάθη. Σ’όλες αυτές τις μελέτες τονίζεται η ιδιορρυθμία της κάτοψης του μνημείου, λόγω των δύο κογχών που ανοίγονται στο μέσο περίπου των τοίχων του κεντρικού κλίτους.
Οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες έδειξαν ότι η βασιλική Α΄ κτίστηκε σε χώρο στον οποίο προϋπήρχαν κτήρια, από τα οποία άλλα ενσωματώθηκαν στη βασιλική και άλλα καταστράφηκαν κατά την ανέγερσή της. Ως εκ τούτου, η κάτοψη της βασιλικής καθορίστηκε εν μέρει από τις προγενέστερες κατασκευές.
Η βασιλική αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου εκκλησιαστικού συμπλέγματος. Οι τοίχοι που σχετίζονται με το συγκρότημα αυτό είναι εύκολα διακριτοί, καθώς είναι οι μοναδικοί στην ανατολική ακρόπολη για την κατασκευή των οποίων έγινε χρήση κονιάματος ως συνδετικού υλικού. Για την κατασκευή της βασιλικής χρησιμοποιήθηκαν ογκόλιθοι αμμούδας και τεφρόχρωμου ασβεστόλιθου τους οποίους οι τεχνίτες προμηθεύτηκαν αποκλειστικά από αρχαιότερα οικοδομήματα.
Στο μνημείο αναγνωρίζονται τέσσερις κατασκευαστικές φάσεις, οι οποίες με βάση τη μαρτυρία των κεραμικών ευρημάτων και των νομισμάτων χρονολογούνται ανάμεσα στον 5ο και τα μέσα του 7ου αιώνα. Τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα στα δυτικά αρχικά, η βασιλική επεκτάθηκε στα νοτιοανατολικά κατά τη δεύτερη φάση, η οποία χρονολογείται μάλλον στον 6ο αιώνα. Στην τρίτη οικοδομική φάση ανήκουν οι δύο τοίχοι που ορίζουν σήμερα το μεσαίο κλίτος, καθώς και οι ανώτεροι δόμοι του δυτικού εξωτερικού τοίχου του νάρθηκα. Στην τελευταία φάση κατασκευάστηκαν κόγχες στο μέσο των δύο τοίχων του μεσαίου κλίτους και οι τοίχοι ενισχύθηκαν. Οι δύο τελευταίες οικοδομικές φάσεις χαρακτηρίζονται από τον αμελή τρόπο κατασκευής των τοίχων και την ενσωμάτωση σ’αυτούς πολλών αρχιτεκτονικών μελών. Πρόκειται κυρίως για επιθήματα και θραύσματα κιόνων, μέλη των κιονοστοιχιών, οι οποίες χώριζαν τα κλίτη κατά τις δύο πρώτες φάσεις και οι οποίες καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τοίχους στις δύο επόμενες.
Ανατολικά του ημικυκλικού τοίχου της κόγχης του ιερού βρέθηκε μια ταφική κατασκευή, η οποία δεδομένης της θέσης της χαρακτηρίζεται ως προνομιακή. Νοτιοανατολικά της αψίδας σώζεται τμήμα ενός κτίσματος το οποίο κατέληγε στα ανατολικά σε αψίδα, πιθανότατα σύγχρονο με τη δεύτερη φάση της βασιλικής.
Νότια του κτηρίου η ανασκαφή έφερε στο φως τμήματα ενός πλακόστρωτου, το οποίο ανήκει πιθανότατα στο αίθριο της βασιλικής. Ένα νόμισμα του Ηρακλείου που χρονολογείται στα 613-614 και το οποίο βρέθηκε στο στρώμα εγκατάλειψης που κάλυπτε το πλακόστρωτο προσφέρει ένα terminus post quem για την εγκατάλειψη της εκκλησίας.
Βόρεια η βασιλική γειτόνευε με κατοικίες οι οποίες χρονολογούνται μετά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Στενό μονοπάτι ανάμεσα στα σπίτια αυτά και στο βόρειο εξωτερικό τοίχο της βασιλικής οδηγούσε στο νάρθηκά της. Η πρόσβαση στην εκκλησία ήταν δυνατή και από τα νότια. Η είσοδος μάλιστα που ανοίγεται στο νότιο τοίχο της και η οποία επιτρέπει την επικοινωνία του πιθανολογούμενου αιθρίου με το νότιο κλίτος φαίνεται ότι ήταν η πιο σημαντική του κτηρίου. Η δρόμος που κατέληγε στο αίθριο της βασιλικής πιθανότατα ξεκινούσε από τον κολπίσκο της Ερημούπολης στα νότια, όπου πρέπει να αναζητηθεί το λιμάνι του οικισμού.
Από την ανασκαφή της βασιλικής δεν προέκυψαν ίχνη βίαιης καταστροφής Αντιθέτως, από τα ευρήματα προκύπτει μια εικόνα εγκατάλειψης του χώρου, η οποία πιθανότατα χρονολογείται μετά τα μέσα του 7ου αιώνα.
6. Βασιλική Α΄ : η κεραμική
Η ανασκαφή της βασιλικής Α΄ της Ιτάνου έφερε στο φως σημαντική ποσότητα κεραμικής που προέρχεται από 125 διαφορετικές στρωματογραφικές ομάδες. Η μελέτη του υλικού, μετά τον καθαρισμό και τη διαλογή του, έδωσε την ακόλουθη εικόνα:
Σημαντικό μέρος της κεραμικής χρονολογείται σε περιόδους προγενέστερες της πρωτοβυζαντινής. Ανάμεσα στα αγγεία που ήρθαν στο φως διακρίνονται πολλά μελαμβαφή όστρακα της ελληνιστικής περιόδου, καθώς και πινάκια ρωμαϊκής terra sigillata.
Η λεπτή κεραμική με ερυθρό επίχρισμα (fine red slip ware) της πρωτοβυζαντινής περιόδου περιλαμβάνει θραύσματα από πινάκια των κατηγοριών ARSW (African Red Slip Ware) και LRC (Phocean Red Slip Ware). Ελάχιστα είναι τα θραύσματα από την κατηγορία LRD (Cypriot Red Slip Ware). Οι φόρμες ARSW που ταυτίστηκαν είναι οι 50A και 50Β, 61, 63, 67, 76, 84, 87, 91Α και 91C, 99B, 103B, 104A και 108. Αρκετά χείλη της πολύ κοινής φόρμας LRC 3 (παραλλαγές LRC 3Β, LRC 3C, LRC 3E και LRC 3F), όπως επίσης και της φόρμας LRC 10 (παραλλαγές LRC 10A, LRC 10B και LRC 10C) συγκαταλέγονται ανάμεσα στα ευρήματα της ανασκαφής. Εντoπίστηκαν επίσης θραύσματα από τις φόρμες 1 και 2 της κυπριακής κεραμικής LRD.
Ο αριθμός των λυχναριών είναι πολύ μικρός. Πρόκεται για λίγα, μη χαρακτηριστικά θραύσματα από αφρικανικά καθώς και από τροχήλατα λυχνάρια.
Από τους αμφορείς ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σημαντική παρουσία του αμφορέα LR1 καθώς επίσης και ένας τύπος – πιθανότατα τοπικός – με χαρακτηριστικές γωνιώδεις λαβές.
Η μαγειρική κεραμική που βρέθηκε αποτελείται κυρίως από χύτρες, μαγειρικά πινάκια και πώματα. Τα αγγεία αυτά εντάσσονται κυρίως σε δύο ομάδες. Η πρώτη, γνωστή από τη βιβλιογραφία με τα ονόματα «marmite égéenne» και «late roman micacaeous aegean cooking ware», περιλαμβάνει αγγεία λεπτά, κατασκευασμένα με προσεκτικό τρόπο. Ο πηλός τους είναι χαρακτηριστικός καθώς περιέχει εγκλείσματα όπως μαρμαρυγία και χαλαζία. Η προσεκτική κατασκευή τους, η πολύ καλη ποιότητά τους και η εύρεση τους σε πολλές περιοχές όχι μόνο της ανατολικής αλλά και της δυτικής Μεσογείου έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη κεραμική παραγόταν από εργαστήρια τα οποία εξήγαν τα προϊόντα τους. Επιπλέον, αν και σε θέσεις της δυτικής Μεσογείου το ποσοστό τους είναι μικρό, στο χώρο του Αιγαίου εμφανίζονται σε μεγάλες ποσότητες. Εικάζεται λοιπόν ότι ο χώρος της παραγωγής τους εντοπίζεται στα νησιά ή στα παράλια του Αιγαίου.
Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει χύτρες με βασικά χαρακτηριστικά τον καστανοκόκκινο χονδροειδή πηλό, σώμα παχύ με αυλακώσεις και έντονο χείλος που καμπυλώνεται εξωτερικά. Η υπόθεση ότι πρόκειται για παραγωγή τοπικού εργαστηρίου είναι ισχυρή.
Από τοπικά εργαστήρια φαίνεται επίσης ότι κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο μέρος της κοινής κεραμικής που βρέθηκε στο χώρο. Τα πιο συχνά σχήματα είναι οι λεκάνες και οι πρόχοι, ενώ ήρθαν στο φως και πίθοι, πινάκια, κούπες, κύπελλα καθώς και πώματα αγγείων.
Η σημαντική ποσότητα οστράκων ρωμαϊκής terra sigillata υποδεικνύει με σαφήνεια ότι ο χώρος γνώρισε ανθρώπινη δραστηριότητα πολύ πριν από την οικοδόμηση του ναού. Τα πρωιμότερα όστρακα υστερορωμαϊκής κεραμικής με ερυθρό επίχρισμα ανήκουν στη φόρμα ARSW 50 και μπορούν να χρονολογηθούν από το β΄ μισό του 3ου αι και καθ’ όλη τη διάρκεια του 4ου αι. Η εμφάνισή τους βέβαια δεν συνδέεται υποχρεωτικά με την οικοδόμηση της βασιλικής, η ανέγερση της οποίας δεν μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά με ακρίβεια με βάση μόνο τα στοιχεία της κεραμικής.
Η ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο της βασιλικής συνεχίζεται, κατά τον 5ο, τον 6ο και τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, όπως αποδεικνύεται από την ποικιλία των παραλλαγών της φόρμας LRC3 και την υστερότερη φόρμα LRC 10C. Τα δεδομένα για τη συνέχεια δεν είναι απoλύτως σαφή. Σε καμία περίπτωση όμως δεν προκύπτουν από τη μελέτη της κεραμικής στοιχεία που να επιτρέπουν τη διατύπωση της άποψης ότι ο χώρος της βασιλικής ήταν σε χρήση κατά τον 8ο αιώνα.
7. Βιβλιογραφία
Στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήθηκε μια βιβλιογραφική βάση εξειδικευμένη στα επιστημονικά πεδία πρωτοβυζαντινή Κρήτη, πρωτοβυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και πρωτοβυζαντινή κεραμική. Η βιβλιογραφική βάση συνεχίζει να εμπλουτίζεται με στόχο την ανάρτησή της στο διαδίκτυο.
Λεζάντες φωτογραφιών
Εικ. 1 Google Earth : Ανατολική Κρήτη-Ίτανος
Εικ. 2 Αεροφωτογραφία της Ερημούπολης
Εικ. 3 Αεροφωτογραφία της ανατολικής ακρόπολης και της Βασιλικής Α΄
Εικ. 4 Αεροφωτογραφία της Βασιλικής Β΄
Εικ. 5 Δελτίο ανάκτησης πληροφοριών της εφαρμογής Ίτανος_Βασιλική Α΄
Εικ. 6 Δελτίο εισαγωγής δεδομένων της εφαρμογής Ίτανος_κεραμική
Εικ. 7 Οθόνη εργασίας της εφαρμογής Βασιλική Α΄ Ιτάνου_GIS
Eικ. 8 Αεροφωτογραφία της Βασιλικής Α΄
Εικ. 9 Κάτοψη της βασιλικής Α΄ και των κτηρίων του περιβάλλοντος χώρου
Εικ. 10 Λεπτή κεραμική
Εικ. 11 Μαγειρικά αγγεία
Εικ. 12 Κοινή κεραμική
